Οι Νύμφες

Τους ποταμούς ως ενιαίο και συνεχές υδάτινο σώμα που διατρέχει το σώμα της γης, τους φαντάζονταν οι αρχαίοι λαοί συνήθως σαν άνδρες. Τις πηγές, όμως, και τις όχθες των ποταμών, την ίδια τη ροή των νερών που κινούνται αδιάλειπτα και ξεχειλίζουν και δημιουργούν μορφές αφάνταστης ποικιλίας και τρέφουν και ζωογονούν μια ευρύτερη περιοχή, τις φαντάζονταν σαν γυναίκες.

Κόρες του Ωκεανού και άλλες του Νηρέα, κόρες του Δία και της Ήρας ή κάποιου Ποταμού και της Γης, αυτές οι γυναικείες θεότητες των υδάτων υπήρξαν οι μητέρες και οι ερωτικές σύντροφοι ενός ανθρώπινου γένους που φαίνεται πως ο Ησίοδος το φανταζόταν σαν αποτελούμενο αρχικώς μόνο από άνδρες. Μέχρι που βγήκε από το εργαστήριο του Ηφαίστου η Πανδώρα, αυτό το «γοητευτικό κακό», η Εύα των ελληνικών μύθων, η πρώτη μοιραία γυναίκα ―μια συκοφαντημένη γυναίκα.

Το ίδιο το όνομα «Νύμφη» σημαίνει κορίτσι ώριμο ερωτικά, αργότερα κορίτσι σε ώρα γάμου, «νύφη» όπως στα σημερινά ελληνικά, και νιόπαντρη κοπέλα. Για να τελεσθεί ένας γάμος δεν αρκούσε η επίκληση της παρουσίας του Δία και της Ήρας. Καμία γαμήλια ένωση δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς τις Νύμφες.

Κυράδες των νερών, μητέρες και τροφοί ζώων και φυτών, θεών και ανθρώπων, οι Νύμφες μπορούν να πάρουν οποιαδήποτε μορφή θέλουνόπως άλλωστε κάθε θεότητα. Η ασάφεια, όμως, της μορφής τους φτάνει μέχρι το σημείο να εμφανίζουν κάποτε χαρακτηριστικά συγχρόνως ανθρώπινα και ζωώδη, όπως οι Σειρήνες και οι Άρπυιες ―πτηνά με γυναικείες κεφαλές― η Σφίγγα ―λέαινα με γυναικεία κεφαλή και φτερά αετού―, όπως εκείνες οι Νύμφες-Φίδια που ένα αγγείο του 6ου αιώνα π.Χ. δείχνει να κυκλοφορούν ανάμεσα στα αμπέλια, ίσως για να τα προφυλάξουν από τις κατσίκες που ο ζωγράφος τις απεικόνισε να πλησιάζουν απειλητικά.

Παρόμοιες μικτές μορφές απεικονίζονταν, βεβαίως, και με ανδρική ταυτότητα: οι Σάτυροι και οι Σιληνοί, οι Κένταυροι, ο Πάνας και στη θάλασσα ο Τρίτωνας.

Υπάρξεις που έχουν τη δύναμη να κινούνται μεταξύ του ανθρώπινου και του ζωώδους ελέγχουν τις δυνάμεις της φύσης και διαθέτουν μια σοφία που τις καθιστά ιδεώδεις τροφούς και δασκάλους.

Οι Νύμφες μέσα στα ιερά τους σπήλαια αγαπούν να υφαίνουν τραγουδώντας. Άλλοτε σμίγουν με τους Σατύρους και τους Σιληνούς, τον Πάνα και τον Ερμή ―ανανεώνοντας έτσι με τους έρωτές τους τη δύναμη και την ομορφιά της φύσης. Άλλοτε κρύβουν και ανατρέφουν θαυμαστά βρέφη που τους τα εμπιστεύονται θεοί ή άνθρωποι, συνήθως αγόρια που απειλούνται από μεγάλο κίνδυνο. Ο ίδιος ο Δίας ανατράφηκε από τις Νύμφες της Ίδης, του κρητικού Ψηλορείτη. Αργότερα, τα ξεχωριστά αυτά παιδιά, έχοντας προικισθεί με εξαιρετικές δυνάμεις χάρη στην ανατροφή τους, είτε αρχίζουν αμέσως τους αγώνες τους που θα τους οδηγήσουν στον ουρανό, αν είναι θεοί όπως ο Δίας ή ο Διόνυσος, είτε παραδίδονται στον Κένταυρο Χείρωνα, αν είναι ήρωες όπως ο Ηρακλής, ο Ασκληπιός, ο Ιάσονας ή ο Αχιλλέας, είτε, αν πρόκειται για ελάσσονες ήρωες και μια τέτοια υψηλή εκπαίδευση δεν θεωρηθεί απαραίτητη, παραδίδονται ασφαλείς πλέον και δυνατοί στους πατέρες τους.

Πολύ συχνά Νύμφες γνωστές για τη σοφία ή τη μαντική τους δύναμη γίνονται διδασκάλισσες των γιων ή των εραστών τους. Τέτοια υπήρξε η Χαρικλώ για τον γιο της, τον μάντη Τειρεσία, και ίσως η Ευρυδίκη για τον Ορφέα. Και οι Μούσες, που περί τον 7ο αιώνα π.Χ. δίδαξαν στον Ησίοδο το τραγούδι τους για τη Θεογονία, δεν είναι στην ουσία τους παρά οι Νύμφες του όρους Ελικώνα.

Η λατρεία προς τις Νύμφες ήταν εξίσου σημαντική με τη λατρεία των μεγάλων Ολυμπίων θεοτήτων, αλλά ήταν περισσότερο δεμένη με συγκεκριμένους τόπους.

Στόχευε κυρίως στην αφθονία των νερών, κρίσιμη σε όλες τις μεσογειακές χώρες, και τη γονιμότητα όχι τόσο των καλλιεργειών, όσο της άγριας φύσης που βρίσκεται πέρα από τις καλλιέργειες και τους οικισμούς, έξω από τα όρια του ανθρώπινου πολιτισμού που όμως δεν παύει να εξαρτάται από αυτήν.

Στόχευε επίσης στον εξευμενισμό, στο καλόπιασμα θεοτήτων που θεωρούνταν όχι μόνο γοητευτικές και πανέμορφες, αλλά επίσης επικίνδυνες, άδικα και παράλογα σκληρές ―ακριβώς όπως η ίδια η ζωή.

...Αλλά οι χωρικοί συνέχιζαν να αγαπούνε εκείνες τις δροσερές Νεράιδες τις σχεδόν αόρατες και τους συγχωρούσαν τα κρίματά τους, όπως συγχωρνάμε τον ήλιο που αποσυνθέτει το μυαλό των τρελών, το φεγγάρι που βυζαίνει το γάλα των αποκοιμισμένων μανάδων και τον έρωτα που τόσο μας κάνει να υποφέρουμε

Η ιδέα ότι η θεότητα μπορούσε να αποτελεί πρόξενο και του καλού και του κακού υπήρξε κυρίαρχη στην αρχαία ελληνική θεολογία και αφορούσε όχι μόνο τις κατώτερες θεότητες αλλά και τους ίδιους τους Ολυμπίους. Η ιδέα αυτή θα κλονιστεί μόνο όταν κάποιοι φιλόσοφοι, κυρίως ο Πλάτωνας, θα διακηρύξουν με αγανάκτηση ότι οι μεγάλοι τουλάχιστον θεοί δεν είναι δυνατό να ευθύνονται για οτιδήποτε κακό. Τότε θα γίνει για πρώτη φορά λόγος για κατώτερες θεότητες που μόνες αυτές είναι τόσο άστατες, ώστε να δρουν άλλοτε ευεργετικά και άλλοτε ολέθρια. Στην αρχή όμως ―και η αρχή είναι ο Όμηρος― ο ίδιος ο Δίας μοιράζει και τη χαρά και τη δυστυχία. Ο λοιμός στο στρατόπεδο των Αχαιών αλλά και ο ξαφνικός, άκαιρος θάνατος ενός νέου άνδρα, κυρίως έξω από το πεδίο της μάχης, οφείλονται στα βέλη του Απόλλωνα. Ο θάνατος μιας νέας γυναίκας, κυρίως μιας γυναίκας την ώρα του τοκετού, οφείλεται στην οργή της Άρτεμης ―που ίσως δεν έμεινε ικανοποιημένη από την θυσία που η κοπέλα είχε προσφέρει λίγο πριν το γάμο για να λάβει τη συγχώρεση της θεάς, αφού εγκατέλειπε την κατάσταση του ανύπαντρου κοριτσιού, της παρθένου, για να μπει, σύμφωνα με τη θέληση του Δία, στην εξουσία ενός άντρα και να γίνει όχι μόνο η νύμφη αλλά και η σύζυγός του.

Και οι Νύμφες, αυτές οι ίδιες που ανατρέφουν τα βρέφη που τους εμπιστεύονται, συχνά κλέβουν παιδιά ή τα σκοτώνουν από ζήλεια. Δεν πρέπει να πλησιάζει κανείς τις πηγές, τα ρυάκια ή κάποια δέντρα το καταμεσήμερο. Μέσα στην αφόρητη ζέστη του μεσημεριού οι Νύμφες ενσαρκώνονται, αναδύονται από τα νερά, αποσπώνται από τα δέντρα. Και, αν κάποιος εκείνη την ώρα τις αντικρίσει και απομείνει να θαυμάζει την ομορφιά των θεϊκών σωμάτων, αν έστω διακρίνει μέσα στο φως έναν ίσκιο να ανεβαίνει από την υδάτινη επιφάνεια, τον τρελαίνουν. Ακόμη και αν μαζί με την παραφροσύνη τού δώσουν το χάρισμα της προφητείας, ο νυμφόληπτος, ο νεραϊδοπαρμένος δεν θα είναι ποτέ το ίδιο πρόσωπο ανάμεσα στους ανθρώπους. Θα ανήκει πάντα σε έναν άλλο κόσμο. 

Η λατρεία προς τις Νύμφες, αρχαιότερη από αυτή των Ολυμπίων, επιβίωσε. Για αιώνες συνέχιζαν να χορεύουν τα μεσημέρια δίπλα στις πηγές και στα ξέφωτα. Δεν είχαν όμως πια συντροφιά στους χορούς τους την Άρτεμη, την Περσεφόνη και την Αθηνά.

Και το όνομά τους άλλαξε. Λησμονήθηκαν οι Ναϊάδες, που ζούσαν στα νάματα του πόσιμου νερού των χερσαίων πηγών, και οι Κρηνίδες των κρηνών· λησμονήθηκαν οι Δρυάδες και οι Αμαδρυάδες, που ήταν δένδρα μαζί και γυναίκες, οι Μελίες, που ζούσαν στις φλαμουριές, και οι Ορεστειάδες, που κατέβαιναν με θόρυβο από τα ύψη των βουνών την άνοιξη όταν έλιωναν τα χιόνια.

Δεν έσβησε όμως η ανάμνηση των Νηρηίδων. Αν και κατά την αρχαιότητα είχαν συνδεθεί με το θαλασσινό μόνο νερό, αργότερα το όνομά τους φάνηκε να εκφράζει το νερό στη γενικότητά του. Ο Νηρέας και η θαλασσινή του σπηλιά ξεχάστηκε. Καθώς ο χρόνος και η ιστορία μεταμόρφωναν τον ελληνικό λαό, οι Νηρηίδες έγιναν Νεράιδες.