Το Διήγημα

Ο καλόγερος Θεράπων, έχοντας αναστήσει μούμιες στην Αίγυπτο και εξομολογήσει αυτοκράτορες στο Βυζάντιο, φτάνει στην Αττική. Έχει ένα όνειρο: να ξορκίσει αυτή τη γη που βρίσκεται ακόμη κάτω από τις γητειές του Πανός.

XELIDONOUtsiamantas xx01Στήνει την καλύβα του στις όχθες του Κηφισού κι από κει εξαπολύει την επίθεσή του στις Νύμφες, τα τελευταία απομεινάρια της ράτσας των θεών. Οι φτωχοί και ταλαιπωρημένοι χωρικοί λατρεύουν τον Ιησού, τον Υιό της Μαρίας, αλλά ταυτόχρονα η αγύριστη καρδιά τους μένει πιστή στις θεότητες που φωλιάζουν στα δέντρα.

Τις λατρεύουν και τις αγαπούν και συγχωρούν τα κρίματά τους.

Ο καλόγερος φοβάται τις Νύμφες και τον ανησυχούν, όχι γιατί ξυπνάνε μέσα του κάποια ακάθαρτη επιθυμία με τη γύμνια των κορμιών τους, αλλά επειδή τον βάζουν στον μεγαλύτερο πειρασμό: να αμφιβάλλει για την σοφία του Θεού που έχει πλάσει τόσα άχρηστα και βλαβερά πλάσματα…

Στην αφήγησή της η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, μια από τις σημαντικότερες εκπροσώπους των γαλλικών γραμμάτων με μεγάλη αγάπη και βαθιά γνώση της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας, συνυφαίνει θέματα συναρπαστικά. Τον έρωτα και τον φόβο. Την ιερότητα της φύσης, που είναι η ίδια η ζωή, η πανέμορφη και σκληρή. Τη μεταμόρφωση και την αναγέννηση. Τη σύγκρουση και τη συμφιλίωση. Τη νέα θρησκεία και τις πανάρχαιες Νύμφες.

Όπως η ίδια η Γιουρσενάρ γράφει στο Υστερόγραφο των «Διηγημάτων», η «Παναγιά η Χελιδονού» είναι μια «προσωπική φαντασία της συγγραφέως που γεννήθηκε από την επιθυμία της να εξηγήσει το γοητευτικό όνομα ενός ξωκλησιού της αττικής υπαίθρου». Παρόλ΄αυτά, η ιστορία που μας αφηγείται έχει θεωρηθεί ως μια γνήσια λαϊκή παράδοση. Η παρανόηση αυτή δείχνει τη λογοτεχνική δύναμη της Γιουρσενάρ που μπόρεσε να δημιουργήσει μια ιστορία τόσο πειστικά παραδοσιακή και τόσο όμορφη, ώστε να γίνει αποδεκτή και αγαπητή. Όμως, ακόμη και αν δεν υπήρχε η σχετική αναφορά στο Υστερόγραφο, το ίδιο το διήγημα μας βοηθά να καταλάβουμε ότι δεν θα μπορούσε να είναι μια πραγματική λαϊκή παράδοση, μια αυθεντική κληρονομιά του Μεσαίωνα ή της Ύστερης Αρχαιότητας.